Σελίδες

Ένα οδοιπορικό σε παραμελημένους τόπους υψηλής αρχαιολογικής αξίας Β΄ : Ραμνούς, Αμφιάρειο .


Ο θάμνος-δένδρο  ραμνούντας.
2. ΣΤΗ ΜΑΓΙΚΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥ ΡΑΜΝΟΥΝΤΑ

Έχουμε ξεκινήσει από τον Μαραθώνα, περνάμε το Κάτω Σούλι και το Γραμματικό και φτάνουμε στον Ραμνούντα, στη βορειοανατολική Αττική. Στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου ένας καλοβαλμένος ηλικιωμένος τουρίστας ταΐζει τα δυο αδέσποτα - φύλακες της πύλης. Μας καλημερίζει ελληνικά. Τον ρωτάμε πώς έφτασε μέχρι εδώ. «Δέκα χρόνια ήθελα να επισκεφθώ αυτά τα ιερά, το Αμφιάρειο και τον Ραμνούντα και το 80% του χώρου είναι κλειστό». Κοιταζόμαστε αμίλητοι. Του κάνουμε παρέα μέχρι να έρθει το ταξί που έχει μισθώσει για να κάνει την αρχαιολογική περιήγηση της περιοχής, σε λίγο τον αποχαιρετούμε και φτάνουμε στην πύλη. Ήδη ξέρουμε αυτό που θα μας επιβεβαιώσει η φύλακας. Τουλάχιστον εδώ υπάρχει οδηγός στα ελληνικά. Το πρόθυμο αυτό κορίτσι, ολομόναχο στην ερημιά, βγαίνει από το φυλάκιο για να μας δείξει τον ραμνούντα, το θάμνο από τον οποίο πήρε η περιοχή το όνομά της και μας χαράζει τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουμε. Είναι Ιούλιος πιά και οι φύλακες δεν έχουν προσληφθεί ακόμα. Κάθομαι στον παχύ και δροσερό ίσκιο του τεράστιου πεύκου και διαβάζω απογοητευμένη την ιστορία του αρχαίου Ραμνούντος. Ο οργανωμένος (και μερικώς επισκέψιμος χώρος) έχει θέα προς την Εύβοια. Στρατηγική θέση για τη ναυσιπλοΐα της περιοχής, ο Ραμνούς λεηλατήθηκε από τους Πέρσες εισβολείς, οι οποίοι πιθανά κατέστρεψαν τον αρχαϊκό ναό του οποίου τα θεμέλια βρέθηκαν κάτω από το ναό της Νέμεσης που υπάρχει εδώ και αποτελεί το σημαντικότερο ιερό της θεότητος στον ελλαδικό χώρο. Η θεά μοιάζει πολύ με την Άρτεμη και ίσως να αντιπροσώπευε μια τοπική της μορφή. Το ιερό προς τιμή της Νέμεσης πρέπει να ιδρύθηκε στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Η ακμή του τοποθετείται στον 4ο και 5ο αι. π.Χ.

Το ιερό της Νέμεσης.
Ας πάμε στην ιστορία της θεάς η οποία μέχρι σήμερα είναι συνδεδεμένη μεταφορικά με τη θεία δίκη. Για να κάνει δική του τη Νέμεση, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο ενώ εκείνη είχε πάρει τη μορφή χήνας. Μετά την ένωση τους η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο δόθηκε στη Λήδα η οποία εκκολάπτει μέσα από αυτό την Ωραία Ελένη και τους Διόσκουρους. Η Νέμεση είναι αγροτική θεά
και μεριμνά για την ισορροπία και την διατήρηση της αγροτικής τάξης. Όταν όμως κάποιος διαταράξει την τάξη και το μέτρο και έτσι την προσβάλλει, αυτή εκδικείται την ύβρι, δηλαδή την απαίτηση για κάτι που ξεφεύγει από το μέτρο. Είναι πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι η ίδρυση της λατρείας της Νέμεσης στη Ραμνούντα συνδέεται με τα Περσικά.
Η περιοχή του Ραμνούντα κατοικείται συνεχώς από τη νεολιθική περίοδο. Ο Ραμνούς αναφέρεται από τον γεωγράφο Σκύλακα ως σημαντικό οχυρό. Το ιερό του είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη. Έχουν βρεθεί κομμάτια από λουτροφόρους που ξέρουμε ότι είχαν νεκρική χρήση, χθόνια σημασία, όπως χθόνια ήταν η φύση της θεάς. Η λατρεία της Νέμεσης συνδέεται με τους νεκρούς.

Το ιερό της Νέμεσης.

Ο αρχαϊκός ναός της Νέμεσης καταστράφηκε από τους Πέρσες κατά την εισβολή του 480/479 π.Χ. Το άγαλμα της θεότητας το είχε φιλοτεχνήσει ο Φειδίας. Το μάρμαρο είχαν φέρει οι Πέρσες και το προόριζαν για να φτιάξουν τρόπαιο ύστερα από την κατάληψη της Αθήνας. Βέβαια οι Πέρσες δεν κατέλαβαν ποτέ την Αθήνα. Το ιερό της Νέμεσης του Ραμνούντα είχε υποκινήσει τον αθηναϊκό στρατό να πολεμήσει στον Μαραθώνα. Το φρούριο του Ραμνούντα, όπως και αυτό του Σουνίου στη νότια άκτη της Αττικής, πιστεύεται πως κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου για τον έλεγχο των πλοίων που μετέφεραν σιτηρά προς την Αθήνα.

Ο θριγκός του μεγάλου ναού της Νέμεσης όπως έχει ανασυσταθεί

Το 322 π.Χ. ο ναύαρχος του Μακεδονικού στρατού Κλείτος αποβίβασε στρατό στο Ραμνούντα. Από εκεί τον εκδίωξε ο Φωκίων που κατέλαβε το φρούριο. Το 296 π.Χ. το φρούριο το κατέλαβε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Στους ελληνιστικούς χρόνους αρχίζει η παρακμή.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι επισκέφτηκε το Δήμο του Ραμνούντα στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Για το ναό του Ραμνούντα ενδιαφέρθηκε και ο Ηρώδης ο Αττικός που ίσως χρηματοδότησε την επισκευή του. Ο τόπος εγκαταλείπεται σταδιακά, αλλά μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. οι ναοί της Νέμεσης εξακολουθούν να διατηρούνται. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. τοποθετείται η καταστροφή του αγάλματος της θεάς από τους χριστιανούς. Οι πρώτες ανασκαφές στο Ραμνούντα έγιναν από τους Dilettanti το 1813 και από τον Δημ. Φίλιο το 1880. Στο διάστημα ανάμεσα στο 1890 και το 1892 διενεργήθηκαν ανασκαφές στο χώρο από τον Βαλέριο Στάη κατά τη διάρκεια των οποίων ήρθαν στο φως το ιερό, το φρούριο και πολλοί ταφικοί περίβολοι.

Οι τρεις σωζόμενοι θρόνοι του προεδρείου του θεάτρου του φρουρίου του Ραμνούντα

Κάποτε εδώ, γύρω από το ιερό η περιοχή δεν ήταν έρημη όπως σήμερα. Σπίτια, οικήματα, αγροτικές κατασκευές, φράχτες, πηγάδια, στάνες και αποθήκες έδιναν άλλη όψη στον καλλιεργημένο τόπο. Αυτή την εικόνα μαντεύουμε από τα λείψανα των κατασκευών που σώζονται, σπίτια και τάφους. Οι ναοί και το ιερό βρίσκονταν στο κέντρο ενός πολυσύχναστου μικρού οικισμού. Στο ιερό, ο επισκέπτης βλέπει τα ερείπια δυο ναών. Ο παλαιότερος είναι αυτός που βρίσκεται νότια. Η πρόσοψή του ήταν απλή, ένας τοίχος με μια θύρα. Η στέγαση του ναού γινόταν με πήλινα κεραμίδια κορινθιακού ρυθμού. Ο μικρός αυτός ναός διατηρήθηκε ως τον 4ο αιώνα σαν θησαυρός και αποθήκη. Μέσα στο σηκό του βρέθηκαν σημαντικά γλυπτά τα οποία σήμερα βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο μεγάλος ναός θεωρείται έργο του λεγόμενου «αρχιτέκτονος του Θησείου». Δημιουργεί ενδιαφέρον ως ένας μαρμάρινος αττικός ναός του 5ου αιώνα, με έξι κολώνες στις στενές όψεις και δώδεκα στις μακρές. Οι μετόπες και τα αετώματα δεν είχαν γλυπτική διακόσμηση. Το εσωτερικό του ναού το ξέρουμε με κάποιες λεπτομέρειες. Στο βάθος του σηκού βρισκόταν το άγαλμα της Νέμεσης, έργο του Αγορακρίτου. Από το άγαλμα σώζονται εκατοντάδες μικρά κομμάτια και η μορφή του μας είναι σήμερα γνωστή χάρη στις έρευνες των τελευταίων ετών.

Το αριστερό τμήμα της πρόσθιας όψης της βάσης του ναού της Νέμεσης (έκδοση του ταμείου αρχαιολογικών πόρων 1991)

Το ιερό είδε κάποια ακμή στα χρόνια του πλούσιου σοφιστή Ηρώδη του Αττικού, ο οποίος καταγόταν από τον γειτονικό Μαραθώνα, όπου είχε μεγάλα κτήματα. Ο Ηρώδης σύχναζε στο ιερό με τους μαθητές του και μπορούμε να του αποδώσουμε την επισκευή του ναού. Με την επικράτηση του χριστιανισμού και ιδιαίτερα με το διάταγμα του Αρκαδίου το 339 μ. Χ., οι όρθιοι ναοί στις εξοχές έπρεπε να γκρεμιστούν χωρίς θόρυβο και αναταραχή. Οι θριαμβευτές χριστιανοί επιδόθηκαν στην κατεδάφιση του μεγάλου ναού. Μόνο έτσι εξηγείται η ολοκληρωτική διάλυση των γλυπτών, που φέρνουν εμφανή τα σημάδια από τα χτυπήματα των χριστιανών. Η κατάσταση του αγάλματος της Νέμεσης είναι τόσο οικτρή που μόνο σχεδιαστικά μπορούμε να το δούμε πια.

Από ψηλά και μακριά βλέπουμε τα ίχνη του φρουρίου του Ραμνούντα. Πήρε την πρώτη του μορφή τις τελευταίες δεκαετίες του 5ου αιώνα. Προορισμός του ήταν η εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στους Αθηναίους από την Εύβοια στην Αθήνα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά με την παρουσία των εφήβων, (νεοσύλλεκτων στρατιωτών) οι οποίοι στα χρόνια του Αριστοτέλη «περιπολούσι την χώραν και διατρίβουσιν εν τοις φυλακτηρίοις». Οι έφηβοι εξαφανίζονται την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από την εποχή του Αρκαδίου και το τελειωτικό χτύπημα στο εγκαταλελειμμένο από τους πιστούς ιερό μέχρι τον 19ο αιώνα, ο Ραμνούντας παίρνει τη σημερινή του μορφή, με τη φθορά, τις καταστροφές, από τους ανθρώπους και τη φύση. Ακόμα και σήμερα, μια μορφή μαγική και μυστηριακή. Έστω και στο 20% που είναι ανοιχτό και προσβάσιμο.





3.ΑΜΦΙΑΡΕΙΟ: ΤΟ ΔΑΣΩΜΕΝΟ ΙΕΡΟ ΕΝΟΣ ΜΑΝΤΗ

Ο Αμφιάραος, σχεδόν άγνωστος στον πολύ κόσμο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήταν θεός και ήρωας. Σοφός και δίκαιος. Καταγόταν από το Άργος και ήταν αρχηγός της τοπικής βασιλικής οικογένειας.

Παίρνουμε το δρόμο προς τον Κάλαμο και φτάνουμε στον αρχαιολογικό χώρο το Αμφιάρειου, που δε φαίνεται από το δρόμο. Σταματάμε στο μικρό πάρκινγκ. Εδώ, μέσα σε ένα καταπράσινο περιβάλλον στο πευκόφυτο δάσος υπάρχει ξεχασμένο κάπως από επισκέπτες ένας αρχαιολογικός χώρος σπάνιας ομορφιάς, σε μια μικρή κοιλάδα, το Μαυροδήλεσι, στις όχθες του χειμάρρου Χαράδρα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Τι ιερό είναι αυτό και ποιος ήταν ο Αμφιάραος;

Ο Αμφιάραος, σχεδόν άγνωστος στον πολύ κόσμο -όπως και σε εμένα-, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήταν θεός και ήρωας. Σοφός και δίκαιος. Καταγόταν από το Άργος και ήταν αρχηγός της τοπικής βασιλικής οικογένειας. Διακρινόταν για τις επιδόσεις του στο άλμα και τη μαντική τέχνη. Παντρεύτηκε την Εριφύλη, κόρη του Άδραστου και έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου και την εκστρατεία των Επτά επί Θήβας. Την αδελφοκτόνα εκστρατεία των Επτά επί Θήβας είχε οργανώσει ο πεθερός του Αμφιάραου και δεσμευμένος από όρκους στην Εριφύλη, ο ήρωας υποχρεώθηκε να συμμετάσχει, παρόλο που προέβλεπε το τέλος το δικό του και των υπόλοιπων πολεμάρχων. Ο Δίας όμως, που τον αγαπούσε ιδιαίτερα, πριν τον σκοτώσει ο αντίπαλός του, έσκισε τη γη και δέχτηκε τον Αμφιάραο και το άρμα του. Έτσι, λατρεύτηκε ως θεός θαυματουργός και μάντης που θεραπεύει σώμα και ψυχή.


Χθόνιος θεός, λατρευόταν εδώ, στο πιο σημαντικό ιερό του σε μια από τις παλαιότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, στον Ωρωπό. Το Αμφιάρειο ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα π. Χ. όταν ο Ωρωπός ήταν στα χέρια των Αθηναίων. Η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής του ήταν ο 3ος αιώνας π. Χ. και το πρώτο μισό του 2ου αιώνα π. Χ. Σε ένα λόγο του Λυσία, μαρτυρείται πως ο Αθηναίος Πολύστρατος ήταν διοικητής του Ωρωπού πριν από το 411 π. Χ. Το 313 π. Χ τον Ωρωπό κυριεύει ο στρατηγός του Αντίγονου του Μονόφθαλμου Πτολεμαίος. Το 287 π.Χ. ο Ωρωπός γίνεται μέλος του Κοινού των Βοιωτών και επακολουθεί άνθηση του Αμφιαρείου που διαρκεί ως το 146 π.Χ. Το ιερό ανθεί και κατά τον 1ο αιώνα π. Χ. χάρη στην ευεργεσία του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα. Η λατρεία του Αμφιαράου έσβησε με την επικράτηση του Χριστιανισμού.

Το 1884 ξεκίνησε η συστηματική ανασκαφή του ιερού από την Αρχαιολογική Εταιρεία με τον αρχαιολόγο Βασίλειο Λεονάρδο. Η ανασκαφή διήρκεσε με διαλείμματα ως το 1929 και αποκάλυψε τα ερείπια μνημείων και πολλές επιγραφές. Το Διάζωμα έχει αναλάβει την πραγματοποίηση των εργασιών για τον καθαρισμό και την τεκμηρίωση του αρχαίου θεάτρου που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο. Δυστυχώς, δε βρίσκουμε οδηγό παρά μόνο στα γερμανικά. Βγάζουμε τα εισιτήριά μας και ο φύλακας μας δείχνει τις περιοχές στις οποίες πρέπει να κινηθούμε. Κατηφορίζουμε στην κοιλάδα η οποία έχει ομαλή και περιποιημένη πρόσβαση και βλέπουμε τον κρυμμένο θησαυρό της. Υπάρχουν δυο ξεχωριστοί τομείς του χώρου που εκτείνονται στις όχθες της ρεματιάς του Μαυροδήλεσι. Στη βόρεια όχθη βρίσκονται τα επίσημα κτίρια (λουτρά, στοά, θέατρο, ναός, βάθρα αγαλμάτων, βωμοί) και στη νότια όχθη εκτείνονται οι εγκαταστάσεις και οι κατοικίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του Ιερού.

Στη βόρεια όχθη, το πρώτο που βλέπουμε δεξιά μας, είναι οι κίονες από το ναό αφιερωμένο στον Αμφιάραο. Ο ναός είναι εξάστυλος δωρικός και το νότιο τμήμα του παρασύρθηκε από το χείμαρρο. Ο μεγάλος βωμός βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή που αναβλύζει ακόμη και σήμερα. Κάτω από τα πλατάνια, τα λουτρά.

H στοά

Αριστερά μας, τα βάθρα των αγαλμάτων. Κάποιοι εργάζονται εδώ πολύ προσεκτικά. Μας χαιρετούν εγκάρδια. Αναστηλώνουν και καθαρίζουν τον τοίχο πίσω από τα βάθρα. Τα βάθρα είναι περίπου 25 με επιγραφές και κείμενα στα ελληνικά. Πάνω τους στέκονταν αγάλματα ηρώων, ιερέων, ευεργετών, του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Δ' και του Βρούτου. Ακόμα, ψηφίσματα του Ωρωπού και των Βοιωτών και αθλητικοί κατάλογοι.

Το θέατρο

Επόμενο βήμα, το θέατρο του ιερού στο οποίο φτάνουμε από τα ξύλινα σκαλοπάτια που έχουν στηθεί για τις εργασίες. Ο χώρος των θεατών, το κοίλο, είναι σχεδόν κατεστραμμένο, με τις θέσεις μη ορατές. Σώζονται πέντε μαρμάρινοι θρόνοι με ανάγλυφη διακόσμηση του 1ου αιώνα π. Χ. και η υπέροχα αναστηλωμένη κιονοστοιχία του «προσκηνίου». Βγαίνουμε πίσω από το θέατρο και συνεχίζουμε. Μπροστά μας η μεγάλη στοά, κτίσμα δωρικού ρυθμού, με 110 μέτρα μήκος. Εδώ έφταναν οι ασθενείς, οι επισκέπτες και οι προσκυνητές για να προσευχηθούν στον Αμφιάραο. Στο τέλος της στοάς, ένα τετράγωνο κτίριο χρησίμευε ως λουτρό. Από αυτή την πλευρά, την ανατολική, ήταν κανονικά η είσοδος στον χώρο κατά την αρχαιότητα. Σήμερα μπαίνουμε από τη δυτική, δηλαδή ακολουθούμε την αντίθετη πορεία από τους αρχαίους προσκυνητές.

Η στοά από τη μεριά του θεάτρου

Αφήνουμε την αριστερή και φτάνουμε στην δεξιά όχθη του χείμαρρου. Εδώ που σήμερα βρίσκονται μόνο κάποια διάσπαρτα λείψανα από πέτρες και μάρμαρα υπήρχαν καταστήματα και ξενοδοχεία, κατοικίες. Μια δομή που θυμίζει τη μικρογραφία μιας κοινωνίας που έχει αναπτυχθεί γύρω από τον θρησκευτικό τουρισμό της εποχής. Πολλοί πιστοί έφταναν εδώ προκειμένου να καταγραφεί το όνομά τους και να πάρουν σειρά για να ζητήσουν χρησμό.

Μαρμάρινος θρόνος στο θέατρο

Αρκετά συχνά, τοπικοί σύλλογοι οργανώνουν εξορμήσεις και ξεναγήσεις στο Αμφιάρειο. Είναι ένα μέρος χαμηλής επισκεψιμότητας, κατάλληλο για μια μικρή απόδραση από την Αθήνα. Την άνοιξη και το φθινόπωρο είναι μαγικό.


www.lifo.gr/
Κείμενο: Αργυρώ Μποζώνη
Φωτογραφίες 1 : Πάρις Ταβιτιάν
Φωτό 2  :(έκδοση του ταμείου αρχαιολογικών πόρων 1991)
28 Ιουνίου 2016





Ο Αμφιάραος 


Στην ελληνική μυθολογία ο Αμφιάραος ήταν ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες ήρωες. Κατά την αρχαιότερη παράδοση, ήταν γιος του Οικλή και εγγονός του Μελάμποδα (Παυσανίας, ΣΤ΄ 17,6), από τον οποίο και κληρονόμησε την τέχνη της μαντικής, όπως και άλλες γνώσεις, Ιατρικής και Φαρμακολογίας.

 Οι μεταγενέστεροι όμως μύθοι αναφέρουν ότι ο Αμφιάραος ήταν γιος του θεού Απόλλωνα και της Υπερμνήστρας ή της Κλυταιμνήστρας.Ο Αμφιάραος πήρε για σύζυγό του την Εριφύλη, αδελφή του Αδράστου, τον οποίο προηγουμένως είχε εκδιώξει από το Άργος στη Σικυώνα, και έτσι συμφιλιώθηκε μαζί του με τη συμφωνία να επιλύουν στο εξής τις διαφορές τους με τη διαιτησία της Εριφύλης. Ο Αμφιάραος και η Εριφύλη απέκτησαν δύο γιους, τον Αλκμέωνα και τον Αμφίλοχο, και δύο κόρες, την Ευρυδίκη και τη Δημώνασσα. Ο ποιητής Άσιος προσθέτει στις θυγατέρες και την Αλκμήνη (Παυσ. Ε 17,8), ενώ ο Πλούταρχος την Αλεξίδα.

Με την άφιξη του καταδιωγμένου από τη Θήβα Πολυνείκη στο Άργος και τις επίμονες παρακλήσεις του να τον βοηθήσει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του ως βασιλιάς, ο Άδραστος αποφάσισε να στηρίξει τη δίκαιη αξίωσή του. Σε αυτή την απόφαση ο Αμφιάραος εναντιώθηκε από την πρώτη στιγμή και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς ως γνώστης της μαντικής ήξερε ότι από όσους θα λάβαιναν μέρος στην εκστρατεία εκείνη μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός. Κατέφυγαν λοιπόν κατά τη συμφωνία τους στη διαιτησία της Εριφύλης, η οποία δέχθηκε την άποψη του αδελφού της και παρότρυνε τον σύζυγό της να εκστρατεύσει μαζί με τους υπόλοιπους, για να αποκτήσει δόξα και τιμή. Ο Αμφιάραος αναγκάσθηκε τότε χωρίς τη θέλησή του να ακολουθήσει τους άλλους στην εκστρατεία που έγινε γνωστή ως οι «Επτά επί Θήβας». Η Εριφύλη όμως είχε πάρει το μέρος του αδελφού της όχι από αντικειμενική κρίση, αλλά επειδή είχε δωροδοκηθεί από τον Πολυνείκη με το περιδέραιο της Αρμονίας. Τόσο το περιδέραιο αυτό όσο και ο πέπλος ήταν πολύτιμα δώρα που είχαν δωρίσει οι θεοί στην Αρμονία κατά τους γάμους της και τα είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του ο Πολυνείκης. Γνωρίζοντας τα πάντα ο Αμφιάραος ως μάντης, άφησε φεύγοντας για τον μοιραίο πόλεμο σκληρή εντολή στα παιδιά του: όταν μεγαλώσουν να σκοτώσουν τη μητέρα τους γιατί τον είχε στείλει σε βέβαιο θάνατο επειδή είχε θαμπωθεί από ύποπτα δώρα. Ο Απολλόδωρος πάντως (Γ 7, 2 και 5) ισχυρίζεται ότι ο Αλκμέωνας και ο Αμφίλοχος σκότωσαν τη μητέρα τους μετά από σχετική εντολή του θεού Απόλλωνα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αμφιάραος είχε κρυφτεί αλλά η Εριφύλη τον πρόδωσε στον Άδραστο, οπότε αυτός υποχρεώθηκε να τον ακολουθήσει.

Φθάνοντας στη Θήβα, οι επτά παρατάχθηκαν με τις δυνάμεις τους μπροστά στις ισάριθμες πύλες της πόλεως. Ο Αμφιάραος παρατάχθηκε και πολεμούσε μπροστά από τις Ομολωίδες ή Προιτίδες πύλες. Παρόλη την ορμή και τη γενναιότητά τους, οι πολιορκητές δεν μπόρεσαν να κυριεύσουν την πόλη, γιατί αυτή ήταν η απόφαση του Δία ύστερα από την αυθόρμητη θυσία του Μενοικέως στον Άρη και τις καυχησιολογίες του Καπανέως. Στο τέλος λοιπόν, αφού σκοτώθηκαν σε μονομαχία τα δύο αδέλφια Ετεοκλής και Πολυνείκης, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, αφού σκοτώθηκαν στη μάχη όλοι οι επικεφαλής εκτός από τον Άδραστο.

Ο Αμφιάραος κατά την υποχώρησή του μετά την ήττα καταδιωκόταν από τον Θηβαίο Πολυκλύμενο ή Περικλύμενο, γιο του θεού Ποσειδώνα, που θα τον σκότωνε ή θα τον πλήγωνε, πράγμα λυπηρό και υποτιμητικό για μια ηρωική φυσιογνωμία όπως τον Αμφιάραο. Ο Δίας λοιπόν πάλι, θέλοντας να αποτρέψει αυτό το πεπρωμένο, έριξε κεραυνό που άνοιξε στη γη ένα μεγάλο χάσμα. Το χάσμα αυτό κατάπιε τον Αμφιάραο, τον ηνίοχό του Βάτωνα, το άρμα τους και το άλογό τους. Στη συνέχεια ο Δίας έκανε τον ήρωα αθάνατο, και οι αρχαίοι Έλληνες τον λάτρευαν από τότε ως θεό. Το χάσμα που τον κατάπιε το τοποθετούσαν αρχικώς μεν κοντά στον ποταμό της Θήβας Ισμηνό, αργότερα δε, όταν διαδόθηκε η λατρεία του Αμφιαράου, σε πολλά άλλα μέρη, τα οποία διεκδικούσαν την τιμή αυτή. Λεγόταν ότι στον τόπο που ανοίχθηκε το χάσμα κτίσθηκε αργότερα ένας περίβολος με κολώνες στις οποίες ποτέ δεν πήγαιναν να καθίσουν πουλιά και τα ζώα απέφευγαν να βοσκήσουν εκεί.

Ο Άδραστος θρήνησε απαρηγόρητα τον χαμό του γαμβρού του, όπως υμνεί ο Πίνδαρος (Ολυμπιόν. VI 34). Αλλά και όλοι οι άλλοι αρχαίοι ποιητές που εμπνεύσθηκαν από τον μύθο αυτό, ανέφεραν με πολλή εκτίμηση και σεβασμό το όνομα του Αμφιαράου. Σώζεται η παράδοση ότι, κάποτε που ο Αισχύλος υμνούσε τον Αμφιάραο σε μια τραγωδία του, όλοι ανεξαιρέτως οι θεατές έστρεψαν αυθόρμητα το βλέμμα τους στον παριστάμενο Αριστείδη τον Δίκαιο.

Μετά τη θεοποίηση του Αμφιαράου, πολλές πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του, υπερίσχυσε ωστόσο τελικώς η Θήβα. Ο Αμφιάραος είχε πολλά ιερά, με τα γνωστότερα να φιλοξενούνται στο Άργος, στη Σπάρτη, στο Βυζάντιο, στη Θήβα και στον Ωρωπό. Σε μεταγενέστερους μύθους, ο ήρωας εμφανίζεται να παίρνει μέρος και στην Αργοναυτική εκστρατεία (Απολλόδωρος, Ι 9, 16) ή στο κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου (Παυσανίας Θ΄ 45, 7). Τέλος, ως ένας από τους συμμετέχοντες στα «άθλα επί Πελία»

Ο Αμφιάραος λατρεύτηκε ακόμα και ως ιατρός, και μάλιστα ως «δεύτερος Ασκληπιός». Η φήμη του ως μάντη είχε υπερβεί τα όρια της Ελλάδας και έφθανε μέχρι τη Λυδία, αφού ο Ηρόδοτος αναφέρει (Α 46) πως είχαν καταφύγει στο χρηστήριό του οι πρέσβεις του βασιλιά των Λυδών Κροίσου για να τον συμβουλευθούν αν έπρεπε ο Κροίσος να εκστρατεύσει κατά των Περσών
Πολλοί ποιητές και καλλιτέχνες εμπνεύσθηκαν από τον μύθο του Αμφιαράου. Πρώτος ο Όμηρος εμπνεύσθηκε το αποδιδόμενο σε αυτόν έπος «Αμφιαράου εξελασίη», δηλαδή η Εκστρατεία του Αμφιαράου. Επίσης, το έπος «Θηβαΐς», όχι του Ομήρου, είναι σχετικά με τον πόλεμο των Επτά επί Θήβας. Ο Ησίοδος εμπνεύσθηκε τη «Μελαμποδία», με υπόθεση τον μύθο για τον παππού του Μελάμποδα, αλλά και τον ίδιο τον Αμφιάραο. Ο Σοφοκλής έγραψε σατυρικό δράμα με τίτλο «Αμφιάραος», ενώ ύμνους για τον ήρωα συνέθεσαν οι Πίνδαρος, Αισχύλος, Αριστοφάνης και άλλοι.

Πολλά υπήρξαν και τα σχετικά καλλιτεχνήματα της ελληνικής και της ρωμαϊκής εποχής, με τη Λάρνακα του Κυψέλου να ξεχωρίζει, όπως και οι παραστάσεις πολλών ρωμαϊκών αναγλύφων και αγγείων. ΕΚ ΤΟΥ :Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969